Όσο δυναμώνουν τα τύμπανα του πολέμου | του Τάκη Βαρελά Τόσο βαραίνουν τα βήματα των ανθρώπων… Κι όμως. Όσοι διαβάζουν τους καιρούς γνωρίζουν, ότι η καταιγίδα θα τους βρει στο δρόμο… Όμως λίγοι, σε πείσμα των καιρών, ακονίζουν την γνώση… Λίγοι, με την αλήθεια τους περίσσευμα Θωρακίζονται με βήμα γοργό… Έτοιμοι… ξεσηκώνουν την ανεμελιά από τα ξόρκια… Την οπλίζουν… ΟιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το τραγούδι του ξενιτεμού | της Άννας Τακάκη   Γιε μου, και να μου φέρνανε οι ανέμοι τα μαντάτα πως ήφηκες οπίσω σου τση ξενιτιάς τη στράτα. Τα ξένα πως αρνάσαι τα και δεν ξαναμισεύγεις τση Κρήτης χώμα ανεζητάς, τον ήλιο τζη γυρεύγεις, Ας ήτονε να σούντανε πόρτες και παραθύρια να γκρέμιζε ο τρελός βορράς πέτρες και κεραμίδια. Να ξελογιάσωΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο θάνατος ενός μοναχικού… | του Γιώργου Ηρακλέους Άνοιγε τις κουρτίνες κι έβλεπε τον κόσμο έξω, ανθρώπους να περνάνε, να φωνάζουνε, στο τραπέζι ένα κεφάλι από πηλό, στους τοίχους ζωγράφιζε λουλούδια, στο πάτωμα ένα μεγάλο στρογγυλό ρολόι ξεκούρδιστο, σταματημένο… Συνδρομητής σε πολλές εφημερίδες τις διάβαζε ώρες πολλές προσεχτικά, έβρισκε να λησμονούνε την καθημερινή αγωνία των ανθρώπων, αυτήν που έκρυβε κιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η Δρακoκαβαλάρισσα στη βίγλα, στη Σελένα | της Ζωής Δικταίου Φρόνιμες και νοικοκυρές, αγάπη δε ξομπλιάζουν, να στέκει ο όρκος στην κορφή σε ριζιμιό χαράκι κι η Δρακοκαβαλάρισσα με τη χρυσή φαρέτρα, από τ’ ανέφαλα να βγει τη λιόστερνη την ώρα, να πιεί τ’ ασφενταμόνερο, ν’ ανάψει το φεγγάρι. Να βάλει τα κουδούνια της, τα πέτσινα στιβάνια, να μαζωχτούν οιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η πεταλούδα | της Βαγγελιώς Καρακατσάνη Κουράστηκες να περπατάς ανάμεσα σε νεκρούς. Το βλέμμα στο αύριο σήκωνες αλλά η φωτεινή σου παρουσία λίγο απασχολούσε τους περαστικούς. Ύστερα ήρθαν τα γεράματα και δεν μπορούσες να λευκάνεις πια τα ρούχα. Ποταμοί δακρύων για όσα έζησες κι είναι αυτά που σε έκαναν δυνατή. Μα η ευαισθησία σου μεγάλωνε στροφή με τη στροφή, δρόμοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Και του καιρού και πάντα…| του Αντώνη Κουκλινού Έβρεχε από βραδύς και εντάκαρε να μυρίζει ανάδοση το χώμα… Οι κάψες του Καλοκαιργιού, τό χανε καρκανιασμένο από τη ν’ ανομβρία. Μπελί τονε, γιατί τα μελιτακάκια εκάμανε κολάι και εμαζώξανε σωρουλάκια χώμα γύρου, γύρου από τσι μελιτακιές. Το Φθινόπωρο εσφάλιξε τη πόρτα του Καλοκαιργιού και μας ήρθενε με όρεξη. Εδροσέρεψε ντελόγω μεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Χαμένες γυναίκες | της Ζωής Δικταίου Κεντούσε με λέξεις στον παλιό μαυροπίνακα το καινούριο χρυσάφι του ήλιου και το μάλαμα του φεγγαριού στην άβυσσο του σύγχρονου κόσμου για να έχουν ουρανό τα χελιδόνια και ανοικτό ορίζοντα τα παιδιά . Ήταν δασκάλα. Το όνομα της ήταν… Κανείς δεν θυμάται… κι όμως είχε γίνει πρωτοσέλιδο φρίκης. Ψιθύριζε, τραγούδια τις νύχτες και προσευχέςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Γράμματα στην αθωότητα | της Ζωής Δικταίου Θυμάμαι τα λόγια της γιαγιάς μου, λες και ήταν χτες… κυδώνι γλυκό του κουταλιού σε πιατάκι γυάλινο, με άρωμα κανέλλα … Η φωνή της ψιθυριστή, μ’ ένα τρέμουλο κι ένα παράξενο θρόισμα μαζί, σαν αεράκι που κατάφερνε να περνά με τρόπο μέσα από ξεχασμένη φυσαρμόνικα. Τα χελιδόνια σε χαμηλά τόξα, όπως τότε κιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τσ’ αδικιάς το κρίμα | της Άννας Τακάκη   Όχεντρη, ξεφρένιαστη, τροζή, ανεμαλλιασμένη, φουργιόζα που δραμουντανά και των γκοράκω κράζει… Κόμπρα η γλώσσα τζη τρυπά κι η μπούκα τζη μολέρνει φαρμάκι πικροθάνατο που σφάζει και σκοτώνει. Κι έχει τη μούρη δράκαινας, το γροίλισμα του τίγρη, τω δε ποδιώ τζη οι ζαλιές μοιάζουνε τω δαιμόνω. Αλί και τρισαλλίμονο σ’ όποιονε κακομοίρηΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…