Τα πρώτα γυμνασιακά χρόνια | της Άννας Τακάκη Τελευταία χρονιά στο Δημοτικό και προετοιμαζόμουν για το Γυμνάσιο, όπου θα δίναμε εισαγωγικές εξετάσεις τότε. Κοριτσόπουλο ήμουν στα δώδεκα, γέννημα θρέμμα του χωριού. Μεγάλωνα παρέα με τα κατσικάκια της γιαγιάς, τις κότες τις μάνας, το γαϊδουράκι του παππού. Ζώντας στο βουνό και στον κάμπο, μπερδεύτηκα στ’ αμπέλια και στα στάχυα, μπήκα στονΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στην Τροία του έρωτα… | του Γιώργου Μπίμη Καράβια φτάνουν στη στεριά, στου Πρίαμου τη χώρα, μέσα σε ομίχλη, σε καπνό, μέσα στην άγρια μπόρα. Κουρσάροι, μαύροι πειρατές, σταυρό σηκώνουν πάλι, για να ματώσουν τ’ όνειρο, Παρασκευή μεγάλη. Φωτιές ανάβουνε στη γη και με δαυλούς στο χέρι, τις άγιες νύχτες πυρπολούν και της αυγής τ’ αστέρι. Λάμπουν στον ήλιο ταΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο υπηρέτης | του Γιώργου Ηρακλέους Ο συμβολικός αυτός μονόλογος εξαγγέλλει το τέλος του καπιταλισμού. Ξυπνήστε, κύριε, πήγε μεσημέρι, μην πίνετε πολύ τα βράδια, ένα μαύρο πουλί στάθηκε στο στήθος σας, δεν το πήρατε είδηση. Είστε αφεντικό, κύριε, ορίζετε τον ουρανό πολλών εργατών κι ο αδελφός μου δουλεύει για Σας τις νυχτερινές βάρδιες στο εργοστάσιο. Ξυπνήστε, κύριε, κάθε στιγμή απουσίαςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τρία ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη   Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μοῦ τὰ πῆραν. Ἔτυχε νά ῾ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ κάποτε δὲν τὰ βρίσκει τὸ κυνῆγι εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια. Μὴ μοῦ μιλᾷς γιὰΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το Μέλλον | της Βαγγελιώς Καρακατσάνη Στο εδώ και τώρα κρίνεται το μέλλον αν θα υποτάξει της ζωής τους ναυαγούς… Ή του φιδιού τα’ αυγό θα εκκολάψει ή της νιας ζωής τους πλαστουργούς. Κι εγώ, κλεισμένη, στο κελί σαράντα τρία, οξύ επεισόδιο ή μια μικρή μπαλιά, πάσα στους νέους της ζωής που δρούνε να καταστρέψουνε του κόσμου τα κελιά! ΤοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Mα δεν θυμώνω, σπάνια πια… | της Ζωής Δικταίου Θυμώνω, σπάνια πια… Έμεινα μόνη κοιτώντας με απλανές βλέμμα αφηρημένα, το ρολόι στο σταθμό τού τρένου. Χόρευε η βροχή στο πλακόστρωτο που γυάλιζε στην αντηλιά, ξυπνώντας τις μνήμες. Χάσαμε τις πρωινές καλημέρες τις πήραν τα σύννεφα τού Νοέμβρη μακριά. Κάτι από ξαφνική εγκατάλειψη γέμισαν οι καρδιές άδεια κοχύλια, και οι αυλέςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα πρώτα σχολικά χρόνια | της Άννας Τακάκη Μια πλάκα κι ένα κοντυλοφόρο μου ’χε φερμένα ο πατέρας μου από την πόλη και μια τσάντα πάνινη, που μέσα θα ’βανα το αναγνωστικό μου. Είχα κλεισμένα τα έξε χρόνια όταν η μάνα μου με πήρε ένα πρωί του Σεπτέμβρη από το χεράκι και πήγαμε στο σκολειό. Ένα μικιό σκολειαρούδι ήμουνε πουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η πρώτη πρωινή συνάντηση | της Ιφιγένειας Μανουρά Κάθε πρωί το πρώτο μου ραντεβού είναι στη θάλασσα της Αμμουδάρας ─ εκτός και αν δεν φυσά πράμα σπάνιο ─ με τις Γλωσσούδες. Τώρα πια λέμε μια καλημέρα και απομακρύνομαι και τις παρακολουθώ από κάποια απόσταση, γιατί βαριέμαι τις εξομολογήσεις που είναι προθυμότατες να αρχίσουν. Οι Γλωσσούδες λοιπόν είναι μια παρέα απόΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Νογά ο θεός τον Αμιρά και για τη Βιάννο κλαίει | της Ζωής Δικταίου Με το στερνό το σάλπισμα ξύπνησε o άλλος κόσμος είδα συντρίμμια και φωτιές, αυτά πού είχε αφήσει κείνη η φουρτούνα τού θυμού σ’ Ανατολή και Δύση. Στο βλέμμα το τρικύμισμα, δάκρυα δροσοσταλίδες κυλήσανε απ’ τα μάτια μου και σίμωσε ο αιώνας. Σύραν χορό οι ασώματοι στ’ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…