Και στην αθάλη του καιρού, Λασίθι, Τόπος Μέγας | της Ζωής Δικταίου . Λύνεται ο κύκλος της ζωής λες κι είναι ίσιος δρόμος σκοντάφτω, χάνω το κερί, το χέρι στο μαχαίρι δεν είναι για το εφτάζυμο, δεν είναι για τον άρτο, μήτε και για τ’ αντίδωρο ή για χατίρι αγάπης, μα στο μεγάλο χαλασμό φίλος μου κι αδερφός μου. ΘεριάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ξερόκλαδα | του Θεοχάρη Παπαδόπουλου Πέσανε στο χώμα τα ξερόκλαδα, τα πάτησαν και βγάλανε κραυγή. Στερήθηκαν για μήνες το νερό. Μαύρο το χώμα που μεγάλωσαν. Τώρα που πέσανε στη γη, ψάχνουν μια σπίθα, να πέσουν μέσα στη φωτιά, να γίνουνε προσάναμμα, για την καινούργια γέννα, που θα χιμήξει σα θεριό, τον κόσμο για ν’ αλλάξει. Θεοχάρης Παπαδόπουλος . Ο ΘεοχάρηςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Επετειακό αφιέρωμα στη γιγαντομαχία του Λασιθιού – Λασίθι, Τόπος Μέγας | της Ζωής Δικταίου Η Μοίρα του τόπου ανασηκώνει το φουστάνι. Μεγαλώνουν τα σύννεφα πάνω από τον κάμπο. Μάης μήνας, μα τούτα τα χαμηλοζωσμένα ανέφαλα θα φέρουν άλλη μια μπατάγια, άλλη μια ξαφνική νεροποντή. Μετράς τις κόκκινες παπαρούνες που ανάβουν στην καρδιά σου. Ένα μικρό σπασμένο γυαλί στη χούφτα σουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Κρητικός Ήλιος | της Ιφιγένειας Μανουρά . -Μα ίντα είναι βρε Κώστα όλες ετούτες σας οι κούτες που αναμάζοξες παέ; – Να μην πειράξει κιανείς πράμα γροικάς; Είναι πολύ εύθραυστες. Θα έρθει ένας φίλος μου την Κυριακή να τις ανοίξουμε και μέχρι τότε τσιμουδιά σε κανέναν εντάξει; Δώδεκα κούτες καλοσυσκευασμένες με ταινία γύρω- γύρω που ομολογούσαν ότι περιείχαν πολύτιμαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα | της Άννας Τακάκη (αφιέρωμα στον Β. Κορνάρο) Την κρίση ’χε του έρωτα, τση λεβεντιάς τη χάρη στη Στείαν εγεννήθηκε κι η Κρήτη τον εχάρη. Λέγα’ ντον Ερωτόκριτο κι ήμελλε να περάσει δύσκολη στράτα τση ζωής, πάθη ν’ αποβαστάξει. Πετρά μεγάλη ήπαιξε στου παλατιού την πόρτα μα κατά πως ’ποφάνηκε, άδικα δεν εβρόντα. Απού ’χειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Δώσε μου το χέρι σου | του Θεοχάρη Παπαδόπουλου Απόψε νιώθω μόνος και κρυώνω. Δώσε μου το χέρι σου απλώνω το δικό μου μα έχει σπάσει η αλυσίδα από καιρό και δίπλα μου αγγίζω το κενό. Ένα πλήθος κενών με περιβάλλει. Ο δρόμος μου γεμάτος με αδειάσματα. Έξω βρέχει μοναξιά κι εγώ κρυώνω. Δώσε μου, σύντροφε, το χέρι σου ταΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο εξαναγκασμός της ανάγκης | της Άννας Τακάκη Από τα αρχαία χρόνια οι Έλληνες κατανοούντες την έννοια της ανάγκης είχαν κατανοήσει και την έννοια της ζωής. Γιατί η ανάγκη ήταν τόσο αναγκαία όσο εκείνοι έκριναν για τα απαραίτητα και τα ωφέλιμα. Λιτή διατροφή, λιτά σπίτια, λιτή ζωή. Δεν ήταν όμως τόσο λιτοί στα θεάματα. «Άρτος και θεάματα έλεγαν». Όπως αναγκαίοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Σινεματζής | της Ιφιγένειας Μανουρά «Το βράδυ στσι 9 στα Δαμάνια θα ρθεί ένας σινεματζής λέει να παίξει σινεμά στο καφενείο του Λεωνίδη και παίρνει ό, τι έχει ο κάθα εις». Ήτανε η φωνή της θείας της Κατίνας που κάθε φορά που ήθελε να κάνει μια ανακοίνωση, έπαιρνε δειλά -δειλά και ντροπαλά το μικρόφωνο. Το ίδιο έκανε και ότανΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Γιάννης και Μανώλης Βάρδας – Η μάνα Μάνα και πώς να τσ΄ αρνηθώ και πώς να τση ξεχάσω τση πρώτης μου αγαπητικής του πρώτ ανθού τση νιότης πού ΄μουνε δώδεκα χρονώ βοσκάκι στη μαδάρα και είτο σπερνό τ Αγιού Σταθιού μεγάλο πανηγύρι και σήμωσα στην εκκλησά να κάμω το σταυρό μου και σύντυχέ μου ο έρωτας με τ’ αργυρό δοξάριΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…