Το παράπονο τση μάνας | του Αντώνη Κουκλινού Η παντριγιά δεν είναι εύκολη υπόθεση κι όπως λένε είναι ζαργιά, τη νε παίζεις κι άνε σου βγεί, εβγήκενε. Ο άθρωπος ντακέρνει με όνειρα, ελπίδες, μα η παντέρμη η ζωή έχει σκαμπανεβάσματα κι αδέ βαστάς χαραχτήρα και να ’χεις θέληση και υπομονή, η δουλειά θα σκοντάψει. Έπαντρεύτηκενε πλουσιοπάροχα και ούλα εδείχνανε πωςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το λευκό λουλούδι | του Γιώργου Ηρακλέους Το ποίημά μου το λευκό λουλούδι είναι μια έκκληση στον άνθρωπο να ξαναβρεί την αγάπη για να ζεστάνει την καρδιά και να ομορφύνει τη ζωή του. Το λευκό λουλούδι Βοήθησέ με να γυρίσω τις σελίδες της μοίρας, να με γνωρίσεις και να σε γνωρίσω, τον ίδιο πόνο σου, πονώ κι ο κόσμος γύρωΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μάτια μου ψιχαλιστά (Δεύτερο μέρος) | της Ζωής Δικταίου «Το ταξίδι στη φαντασία για τους προσεκτικούς είναι μάταιο», τόνισε η δασκάλα κάποια φορά, μετά την εκδρομή που είχαμε πάει στο Καρφί και είχαμε δει τη θάλασσα και την Κρήτη από ψηλά. «Τζάμπα κόπος δηλαδή», πετιόταν κάθε τόσο ο Νικολής παριστάνοντας το αντρίτσι από το τελευταίο θρανίο κι εμείς γυρνούσαμε ταΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι σπηλιές των θεών | της Άννας Τακάκη Κάποτε, πολύ πριν από τα αρχαία χρόνια, οι άνθρωποι ζούσανε μέσα στις σπηλιές, πριν αρχίσουν να σάζουν τις καλύβες τους. Κι όταν φύγανε οι άνθρωποι, τότε ήρθαν να μείνουνε οι Θεοί. Κατεβαίνανε από τον Ψηλορείτη κι εκάνανε μια σπεράδα στα πιο χαμηλά βουνά, βοηθούσανε τσ’ ανθρώπους στις δύσκολες ώρες και διανυχτερεύανε στιςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η κατάρα της μάνας | του Βασίλη Φυτσιλή Μετά την πτώση του Γράμμου, τον Αύγουστο του 1949, και την υποχώρηση της κύριας δύναμης του Δημοκρατικού Στρατού προς την Αλβανία, η κατάσταση, για τους μαχητές που έμειναν εγκλωβισμένοι στο χώρο της Κεντρικής Ελλάδας, έγινε απελπιστική. Αποκομμένοι στα βουνά των Αγράφων και της Γκιώνας, χωρίς σύνδεση με την Κεντρική Διοίκηση και χωρίςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Εδώ ναυάγησε η ζωή | του Τάκη Βαρελά   Πάει καιρός τώρα που η θάλασσα έχασε το χρώμα της. Ανεμική και κίτρινη, την είδα να σέρνεται στα βότσαλα, ανήμπορη και ασάλευτη, λες και δεν είχε μήτε ανάσα και φωνή, μιας και το κύμα άνεβρο, έσβησε και αυτό στην ανημποριά της. Γαλήνια η θάλασσα είπαν. Καιρός για ταξίδια. Και όμως οΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο καραγκιόζης | της Βαγγελιώς Καρακατσάνη Άσπρο πανί με φώτα από πίσω και η αυλαία ανοίγει και ξυπνά. Νύχτα που θέλησα βαθιά να σ’ αγαπήσω μα ο χρόνος φεύγει, πίσω δεν γυρνά. Ο Καραγκιόζης βγαίνει στη σκηνή, όλο χαμόγελο – ρωγμή στην αδικία, σκορπά μια ιδέα πανανθρώπινη: Ρε, λες να ζήσουμε τ’ όνειρο στην πορεία; Μια φασολάδα και δυο τρειςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στο φως του κεριού να ξορκίσω την απουσία σου | της Ζωής Δικταίου Μουδιασμένες οι μέρες κι ο φόβος, μαργαριτάρι κρεμασμένο στο λαιμό. Άγριος καιρός η σκέψη σου με ξεγελούν οι σκιές νιώθω μόνο την ομίχλη και τα σύννεφα εκείνα, που κουβαλούν τη βροχή. Συλλαβίζω στην ψυχή πετρωμένα φεγγάρια της νύχτας στις όχθες του ονείρου γλιστράς και χάνεσαι λεηλατήσαμε τιςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Βαθιά ποτάμια | του Χοσέ Μαρία Αργουέδας . Στις 12, όταν οι εξωτερικοί σπουδαστές έβγαιναν στο δρόμο, ακούστηκαν γυναικείες κραυγές. Εγώ και ο Rondinel βρισκόμαστε κοντά στην πόρτα και μπορούσαμε να δούμε το δρόμο. Πολλές γυναίκες πέρασαν τρέχοντας! Όλες ήταν μιγάδες, ντυμένες όπως οι γυναίκες των μαγαζιών που πουλάνε chicha*. Ο πατήρ – διευθυντής βγήκε από το γραφείο του, κατευθύνθηκεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…