Άργησες, η χαρά καταγγέλλει τη μέρα | της Ζωής Δικταίου   Είχαν επιστρέψει τα χελιδόνια, λασπωμένη η ακτή, έρημη ένα πέταγμα φυγής ονειρεύεσαι κρατάς την πίκρα για το τέλος σε προδίδει, η ταραχή της φλέβας στο λαιμό. Με τη λάμψη του περασμένου καιρού κάτω από τη χρυσαφένια σκόνη στα βλέφαρα, η αλήθεια ταξιδεύει με τα σύννεφα αλλού παραστρατημένοι ίσκιοι στην ομίχλη. Νιώθεις αυτόΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Εναντίον | του Ντίνου Χριστιανόπουλου Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το ρασίδι του παππού | της Άννας Τακάκη Ρασίδι ή ρασούλι ήταν ένα χειμερινό καθημερνό επανωφόρι με κουκούλα, φτιαγμένο από τρίχα κατσίκας, που φορούσαν οι άνδρες όταν βγαίνανε έξω στα χωράφια. Ήταν ένδυμα βαρύ, ανθεκτικό και αδιάβροχο, άντεχε σε όλες τις καιρικές συνθήκες, και προστάτευε τον αγρότη ή το βοσκό σε κάμπους και σε όρη. Ρασίδια φορούσαν κι οι στρατιώτεςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα παιχνίδια τση ζωής… | του Αντώνη Κουκλινού Καλόκαρδος άθρωπος το Πελαγιό… Χαμογελαστή και ανοιχτοχέρα κοπελιά. Παχουλή με ροδοκόκκινα μάγουλα και βλέμμα φωθιά σπίρτο που λένε. Εικοσαρίζει, απάνω στον αθό τση νιότης τση. Σε ούλη τη γειτονιά, είναι το πλιa αγαπητερό κοπέλι και την εκαλούνε ούλες οι κοπελοπούλες να γειτονέψουνε, για τηn καλή παρέα τζη. Η αλήθεια είναι πως ξεχωρίζειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το τυχαίο | της Ελένης Λαδιά Περπατούσα ανέμελη στους δρόμους της πρωτεύουσας, όταν ξαφνικά είδα σ’ ένα πεζοδρόμιο – εξώστη τη σκηνή ενός συμποσίου. Στην αρχή μού θύμισε ζωγραφικό πίνακα, λουσμένο στο φως τού απογευματινού ήλιου. Οι συμποσιαστές μού ήσαν γνώριμοι. Πρώτα πρόσεξα τη μητέρα μου και μετά τους συγγενείς της: ήταν η αδελφή της, ο νεκρός άνδρας της αδελφήςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μικρά, καθημερινά | του Μιχάλη Στρατάκη Κοντοσίμωσε, καμάρι μου, γιατί ’χω μιαν ορμηνιά να σου δώσω. Μην ακούς πως υπάρχουνε μοναχά η παράδεισος και η κόλαση. Υπάρχει και το μπεντένι, απού τση χωρίζει. Γι’ αυτό το μπεντένι, μήτε οι γραφές, μήτε οι παπάδες μιλούνε. Κι ας είναι γεμάτο από μιλιούνια ψυχές. Στην παράδεισο, απού λες, πέμπει ο Άγιος Πέτρος μοναχάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Αναπολώ τα νιάτα | της Μαρίας Σταυρίδου   Αναπολώ τα νιάτα… τ’ ανόητα χαμόγελα που έκρυβαν, όχι μόνο μια σπάνια αθωότητα, μα και εκείνα τα όνειρα για έναν έρωτα δυνατό… για μια αγάπη, που όμοια της δεν θα υπάρξει… έτσι πιστεύαμε οι ανόητοι ρομαντικοί… Αναπολώ τα νιάτα… εκείνη την αδάμαστη αγωνία, που σου έκοβε την ανάσα, που έκανε την καρδιάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τρία ποιήματα | του Ειρηναίου Μαράκη ΜΑΓΙΚΗ ΠΟΛΗ* στον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο (1926-2017) Σε ασπρόμαυρο φόντο το ιδρωμένο πρόσωπο σου ένα δαφνόφυλλο στα χείλη ένα πικρό χαμόγελο που ανατρέπει τα καθιερωμένα πάνω από την υγρή πολιτεία πάνω από μια πόλη μαγική. (Πρώτη δημοσίευση) ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΡΦΙ** Δεν θα ξανασφυρίξουν την αναχώρηση τα τρένα στο Βελιγράδι κι η διαδρομή για τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Tο άδειο ποτήρι | του Γιώργου Ηρακλέους Άδειο το ποτήρι, το γέμισα με λέξεις, ντύθηκα το φως και μαζεύω ουρανό και χρώματα. Άνθρωποι σκοτεινοί κλέβουνε τις μέρες μας, δίνω ένα νεκρό λουλούδι στον Χριστό για να θυμάται πόσες φορές σταυρώθηκα. Την εποχή των θορύβων, καθώς τρεμοσβήνει τις νύχτες το καντήλι, δυνατοί θόρυβοι με την ένταση σπάσανε το ποτήρι μου, λέξειςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…