Δεν είναι έρημο το δώμα σου, Μιχάλη | του Γιώργου Γωνιανάκη Δεν είναι έρημο το δώμα σου, Μιχάλη· το καθετί και κάτι έχει κρατήσει τα ηχεία είναι νοτισμένα από νότες τα ποτήρια ποτίσανε ξενύχτι το τραπεζάκι τράβηξε τις ατελείωτες κι ατέλειωτες κουβέντες. Οι δίσκοι τα περιοδικά και τα βιβλία έτσι ανάκατα βαλμένα φτιάχνουν λόφους κι άνθη της θύμησης στο φωςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Καζανομανώλης | της Ζωής Δικταίου Έλα τώρα, ώρα που επαναστατούν οι άγγελοι, έλα με το χτιστό φως του λύχνου να κατέβουμε στα χωριά, να περπατήσουμε στα πλακόστρωτα, να βγούμε στο τσαρσί, να κεραστούμε σ’ ένα παλιό καφενείο, ν’ ακούσομε ιστορίες, να αισθανθούμε την αιώνια επιστροφή των ονομάτων και τις αλάλητες αποκοτιές, να ξεκουρδίσομε τον κερατά τον Χάρο με τηνΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Παράθυρο στον ήλιο | της Άννας Τακάκη Να ξυπνάς το πρωί, και να χαίρεσαι! Ν’ ανοίγεις το παράθυρο και να στρέφεις τα μάτια στον ήλιο π’ ανατέλλει. Ακόμη κι αν κρύβεται κάτω από ένα στακτί σύννεφο. Και να μη σε νοιάζει για τις ώρες που ακολουθούν. Μην κάνεις σκέψεις θολές που σου κρύβουν το φως. Ήδη ο ήλιος αρχίζει ναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μια κόκκινη πλατεία | της Μαρίας Σταυρίδου Αναζητώ μια κόκκινη πλατεία μια αρχή και μια θεωρία για να κάνω θρυλική επανάσταση… αποστασία. Έναν μικρό λαό για μια μεγάλη θυσία για να ξαναγραφτεί η ιστορία, για να φοβηθεί η δειλία να κρυφτεί ξανά στην ανομία. Έναν άμαθο στρατό που θα χαμογελάσει στον Δαίμονα, που θα προσκυνήσει τον Θεό, που δεν θαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι σταγόνες τση βροχής… | του Αντώνη Κουκλινού Δυο καμεράκια σπίτι είχενε κι ένα παρακούζινο, ίσα – ίσα να μαγερεύγουνε κι ένα σοφρά να καθίζουνε να τρώνε. Το Χειμώνα, άστα αξεκαθάριστα… Πέρα, πόδε, βάνανε λεκανίδες να στάσει το νερό απού το δώμα και κάθα ντις και ντάι εξεσέρνανε τα κρεβάθια να μη γραίνουνται οι πατανίες και τα γιοργάνια. Φτωχοί αθρώποιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το παράπονο ενός παράλυτου παιδιού | του Άρη Ταστάνη Οι ρόδινες καπιράθες στο λιοτρίβι, δεν έχουν ουσία για μένα. Τα Λαζαράκια με τον καραμελένιο δικέφαλο αητό, μήτε να τ’ αγγίξω. Τις δεκάρες που σκόρπισε ο νονός στα βαφτίσια, τι να τις κάνω εγώ; Μάνα. Το καινούριο πουλόβερ που έπλεξες αγρυπνώντας στο πεζούλι, τι να το κάνω εγώ; Μάνα. Τίποτα τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η απάντηση | του Γιώργου Ηρακλέους Νύχτα στον σταθμό του τρένου, μια σκιά περπατάει στις ράγες, σκονισμένες πλατφόρμες, σκουριασμένα μεταλλικά παγκάκια… Στη διασταύρωση των γραμμών μια γυναίκα κρατάει τ’ ανοιγμένο ρόδι κι εύχεται ν’ αλλάξουνε τα πράγματα! Παλιοί, αγαπημένοι μου σύντροφοι, εσείς που μάθατε τον κόσμο κι απέξω κι από μέσα, πείτε μου τι επιτέλους έχουμε δικό μας σ’ αυτήνΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Απόπλους προς Σιγκαπούρη | της Άννας Τακάκη Δεκαετία του 1980. Τέλη του Οκτώβρη, εκεί προς τα ξημερώματα λύνουν οι κάβοι από το λιμάνι του Άντεν, (νότια Υεμένη), όπου είχε γίνει η εκφόρτωση αργού πετρελαίου. Βίρα τις άγκυρες, και το πετρελαιοφόρο μας «Μαρία Ισαβέλλα» παίρνει ναύλο για Σιγκαπούρη, λιμάνι εκφόρτωσης. Η φόρτωση, θα γινόταν από το Μπαχρέιν του Περσικού, με βενζίνη.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Διάπλους Ισημερινού προς Rio de Janeiro | του Μανώλη Λυκάκη Σ’ ένα από τα ταξίδια μου, Αυγούστου πρωινό, η θάλασσα τον ύπνο της γαλήνια κοιμόταν, έτσι καθώς διασχίζαμε τον ισημερινό, μήτ’ η προπέλα τα νερά που τάραζ’ ακουγόταν. Μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή, από το πουθενά, μια δυνατή μας ξάφνιασε λίγων λεπτών βροχή, η πλώρη μόνο μούσκευε, στην πρύμη ήτανΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…