Το όνειρο της επανάστασης | του Γιώργος Ηρακλέους Κρεμάστηκαν τα ρούχα μας απ’ το παράθυρο σαν άνθη λευκά, σπασμένο ποτήρι η καρδιά κι’ εγώ ψάχνω ακόμα το όνειρο της επανάστασης! Ανθισμένη μυγδαλιά μες την παγωνιά και κάτω στην ψυχή μου νύχτα… Πραματευτάδες στις μεγάλες αγορές διαλαλούνε την πραμάτεια τους, τα πουλάνε και τα αγοράζουνε όλα μισοτιμής πια, το πολυκατάστημα «οΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Αγκούτσακες | του Κώστα Μιχαήλ Μαρή Στου Μάρτη τα τελειώματα σωπάσανε τ’ αηδόνια κι έπεσε νεκρική σιγή, ζαέρι εις το χωριό και κράζουνε τσ’ αργαδινές στη Βρύση δυο παγόνια κι οι σκάρες, π’ αναμάζωξε κάθε σκουπιδαριό … Τ’ Απριλομάη οι μυρωδιές, βρωμούνε ναφθαλίνη κι ο γέρο Μίμης, το θεριό στ’ α-όρη κυνηγά, εις το ντουκιάνι του χωριού, πικρό φαρμάκι πίνειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ούτε η πρώτη στο Παρίσι ούτε η τελευταία στον κόσμο. Μικρές ιστορίες γυναικών. Charlotte | της Ζωής Δικταίου Στο καβαλέτο ο μουσαμάς πιασμένος σε τέσσερα μανταλάκια πάνω στο τελάρο, και στη βάση ένα χρωματιστό μαντίλι. Στο πορτραίτο το πρόσωπο μιας νέας γυναίκας προκαλούσε θαυμασμό. Με ένα λεπτό πινέλο, ξαναπέρασε το καμπυλωτό στόμα με φωτεινό κρεμεζί και λίγο κόκκινο, μετά γύρισεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Έκαμα το χρέος μου… | της Άννας Τακάκη ΑΝΕΒΗΚΑ όσο πιο ψηλά μου ’ταξε η καρδιά μου. Ήμουν μια σπιθαμή στη γης – χαμόχορτο – κι έγινα ρίζα του βουνού κι απάνω κει η ψυχή μου ζητάει, να χορτάσει Ήλιο, Ήλιο ελληνικό! Ζητάει να χορτάσει Ελευθερία! Ζητάει να κρατηθεί στον Τόπο των προγόνων της και να φωνάξει, να το φωνάξειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

2520! | του Γιώργου Χουρμουζιάδη «Οι περισσότεροι είχαν να πλυθούν και ν’ αλλάξουν έναν ολόκληρο μήνα, ίσως και περισσότερο, και οι μορφές τους, μαύρες και ισχνές, από τις κακουχίες και την απλυσιά, ελάχιστα πλέον θύμιζαν τα παλιά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους»! Με τον τρόπο αυτόν ένας αντάρτης του ΔΣΕ περιγράφει την κατάσταση των ανταρτών μετά τον ελιγμό που πραγματοποίησε ο ΔΣΕΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα νάζια… | του Αντώνη Κουκλινού Με ξεχαμπετωμένα τα ποκάμισσα, κακοζωζμένος με το σκαπέτι στον ώμο, εγιάγερνε στο χωργιό ο Νικολής. Αυλάκιαζε ένα ψιχάλι ποταμίδα, να φυτέψει πατάτες και τα κηπικά ντου. Ολοκάψωτος…, η μυρωδιά του ίδρου εξύνιζε απάνω ντου, απ’ αλάργο. Σαν εμπήκενε στο σπίτι, παρετά το σκαπέτι στο γύρο και βγάνει το ποκάμισσο. Αγλακά στη γούρνα κι ανοίγειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το χωριό που γεννήθηκα είναι οι Γκαγκάλες | του Μιχάλη Στρατάκη Κακόηχο όνομα, ακαταλαβίστικο, δίχως παραπομπές σε παραδεισένιους τόπους ή, έστω, σε μαρμαρένια αλώνια όπου ποταμοί τρέξανε τα αίματα Τούρκων καταχτητών μακελεμένων από κατσούνες Γκαγκαλιανών ημίθεων. Στον καρποφόρο μεσσαρίτικο κάμπο είναι κουκουβισμένο το χωριό μου, εκεί που σμίγουν και σφιχταγκαλιάζονται οι αέρηδες του Ψηλορείτη και των Αστερούσιων βουνών, εκεί πουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Αυτός που ήμουνα | του Γιώργου Ηρακλέους Αυτός που ήμουνα, δεν είμαι πια… Τώρα πνίγομαι μες τα λουλούδια της νοσταλγίας, κι αυτά μικρά, καθώς ανοίγουνε τα πέταλα τρέμουνε το δάκρυ μου σαν βροχούλα. Αυτός που ήμουνα, δεν θα γίνω ποτέ ξανά χαμένα χρόνια, ρυτίδες, βαθιά μέσα μου τύψεις και όσοι φύγανε… Γερνάω, πάει ο καιρός που ήμουνα νέος και αγίνωτος!ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Αυχενικό | του Κώστα Μιχαήλ Μαρή Μπάζει η αρτιμέλεια της ψυχής μου απ’ τον αυχένα, ούτε μισόν αιώνα ακόμα δεν σεργιάνησα κι όμως παλεύω μες στου χρόνου την αρένα, απ’ τα μικράτα μου, μ’ όσους καημούς συνάντησα… Δεν έχω μπάρμπα στην Κορώνη, μα έχω ένα μες στα Λιβάδια, τ’ αοριού το χώμα σκάλισα, κάποτε αυτός με πήρε από το χέριΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…