Φωτιές αφέντρες του κακού | της Ζωής Δικταίου
Φωτιές αφέντρες του κακού | της Ζωής Δικταίου Είχε περπατήσει σ’ άτριφτες στράτες του θυμαριού και του σπάρτου, στα δάση, μυρίζοντας ανθισμένη ρίγανη και βάτο, έγνοια βαριά η ελευθερία, τη ζύγιαζε σαν κυλιόταν στο παχύ στρώμα της φτέρης με τα μάτια γεμάτα χελιδόνια, κι όταν κρυμμένος στις αφράτες καλαμιές τρελός του πόθου, δεν το φαντάστηκε, κορφολογώντας τη χαρά πριν τουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…



















